Kατά το έτος 2016, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟΑ/ ΓΔ.ΑΠΚ/ΔΙ.Π.Κ.Α/Τ.Ε.Ε.Α.Ε.Ι/190502/114511/7746/783/28.7.2016 απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, στο σπαρτιατικό ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνα πραγματοποιήθηκαν οι εξής εργασίες:

Α) Ανασκαφικές εργασίες.

Μετά την αποκάλυψη της μνημειακής εισόδου στο ΒΔ τμήμα του λόφου κατά το 2013, τον εντοπισμό της συνέχειας του περιβόλου από το σημείο αυτό προς τα νοτιοδυτικά το 2015, και την αποκάλυψη, στον ίδιο χώρο, μιας τετράγωνης δεξαμενής ρωμαϊκών χρόνων η οποία εφαπτόταν στην εξωτερική, δυτική πλευρά του περιβόλου, οι προσπάθειές μας επικεντρώθηκαν στον εντοπισμό καταλοίπων κατά μήκος της δυτικής πλαγιάς του λόφου της Αγ. Κυριακής.

Με στόχο την ενοποίηση των τμημάτων του περιβόλου που ήταν ορατά στα τετράγωνα Ν 1, Ξ 2 και Ι-Θ -5,-6, Η-6,-7, οι φετινές ανασκαφικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν σε χώρο διαστάσεων 40μ. μήκους και 10μ. πλάτος, που ορίζεται από τα τετράγωνα Θ-7 έως Ν-2 και Η-6 έως Μ-1.

Η κλίση της πλαγιάς στο βόρειο τμήμα της περιοχής αυτής κοντά στην «πύλη» είναι ηπιότερη από ότι στο νότιο τμήμα. Το πάχος του στρώματος επίχωσης που αφαιρέθηκε σε όλο το μήκος κυμάνθηκε από 0,10-0,60μ. Αμέσως κάτω από την επίχωση αποκαλύφθηκε η θεμελίωση δύο τοίχων, οι οποίοι σε απόσταση περ. 4μ. μεταξύ τους ακολουθούν μια παράλληλη πορεία με προσανατολισμό Β-Ν και αποτελούν συνέχεια των τοίχων της δυτικής και ανατολικής πλευράς της ρωμαϊκής δεξαμενής. Τόσο η δομή όσο και η τεχνική κατασκευής των δύο αυτών τοίχων, οι οποίοι εδράζονται στη λαξευμένη κιμηλιά του φυσικού βράχου, διαφέρουν απόλυτα: η κατώτερη σειρά του ανατολικού τοίχου μήκους 19μ, πλάτους 0,40μ. και μέγιστου σωζόμενου ύψους 0,20μ., αποτελείται από μεγάλου μεγέθους ακατέργαστους ασβεστόλιθους πάνω στους οποίους ακολουθεί αργολιθοδομή με μικρού και μεσαίου μεγέθους πέτρες, θραύσματα κεραμίδων και ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Τα στοιχεία αυτά είναι χαρακτηριστικά για μια χρονολόγηση της κατασκευής στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια.

Παρόμοια τεχνική παρατηρείται και στον δυτικό τοίχο, πιο συγκεκριμένα στο βόρειο τμήμα του μήκους 10μ., πλάτους 0,40μ. και μέγιστου σωζόμενου ύψους 0,30μ. Αντίθετα, όμως με τον ανατολικό τοίχο, εδώ η κατασκευή αυτή εδράζεται επάνω σε μια σειρά συστηματικά τοποθετημένων, ορθογώνιων κροκαλοπαγών λίθων. Αυτή η υποθεμελίωση συνεχίζει σε ευθεία πορεία προς νότο δημιουργώντας μια ενιαία δομή, τόσο κατασκευαστικά όσο και ως προς τον προσανατολισμό, με το τμήμα του αρχαϊκού περιβόλου που βρέθηκε κατά τις περυσινές εργασίες στα τετράγωνα Θ-Ι -5 & -6. Ο αρχαϊκός περίβολος αποκαλύφθηκε, δηλαδή, σε όλο το μήκος της δυτικής πλαγιάς του λόφου, αφού οι λίθοι του νότιου άκρου του εντοπίστηκαν πακτωμένοι σε ευθεία διάταξη μέσα στον κροκαλοπαγή φυσικό βράχο και αποτελούν το πέρας του στο σημείο αυτό. Έχει συνολικό μήκος 37μ., πλάτος από 2,90μ. (νότια) έως 0,60μ. (βόρεια) και μέγιστο σωζόμενο ύψος 0,90μ. Ο περίβολος δεν συναντά την πύλη σε ευθεία πορεία προς βορρά όπως συνάγεται από τις εργασίες στα τετράγωνα Μ-2 και Μ-Ν -1. Εδώ, όπως φαίνεται και από τις επεμβάσεις στην κιμηλιά, η κατασκευή κάμπτεται λοξά προς τα ανατολικά για περίπου 10μ, σχηματίζοντας ανοιχτή γωνία, για να στραφεί πάλι, σε ορθή γωνία σχεδόν, προς τα δυτικά σε μήκος 2,50μ., όπου συναντά την υποθεμελίωση του περιβόλου που ενώνεται με τον δυτικό τοίχο της πύλης. Τόσο το υλικό όσο και ο τρόπος κατασκευής του αρχαϊκού τείχους και οι διαστάσεις του παρουσιάζουν ομοιότητες με την ανωδομή του περιβόλου στα άλλα τμήματά του κατά μήκος της νότιας και ανατολικής πλευράς του λόφου.

Στα αξιοσημείωτα ευρήματα του νότιου κυρίως τμήματος του αρχαϊκού περιβόλου στα τετράγωνα Η -5, Θ -5 & -6, Κ -5, ανήκουν δύο χάλκινοι σφικωτήρες, δύο θραύσματα οψιανού, ένα χάλκινο περιβραχιόνιο πολύ μικρών διαστάσεων που σώζει κεφαλή φιδιού στη μία του απόληξη, δύο θραύσματα χάλκινης γραφίδας και ένα τμήμα υστερορωμαϊκού-πρωτοβυζαντινού λύχνου. Η μεγάλη ποσότητα κεραμικής της γεωμετρικής περιόδου που περισυλλέχθηκε εκεί ανήκει πολύ πιθανό στο γέμισμα ανάμεσα στον αρχαϊκό περίβολο και τον λόφο και αποτελεί παράλληλα ένα terminus post quem για την αρχαϊκή περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας κατασκευάστηκε ο αρχαϊκός περίβολος.

Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, όταν το βόρειο τμήμα του αρχαϊκού περιβόλου καταστράφηκε, στην ευρύτερη περιοχή κατασκευάστηκαν οι νέοι χώροι αρ. 1-4, όπως π.χ. η δεξαμενή αρ. 1, που αποκαλύφθηκε το 2015.

Αμέσως νοτίως της δεξαμενής και με την βοήθεια α) του αρχαϊκού, δυτικού τείχους, β) του ανατολικού τοίχου ρωμαϊκής εποχής, καθώς και γ) των κάθετων διαχωριστικών τοίχων ανάμεσά τους, διαμορφώθηκαν οι συνθήκες δημιουργίας επιπλέον χώρων, αρ. 2-4, κατά την ύστερη αρχαιότητα:

Χώρος 2 (Τετρ. Λ-Μ -1 & -2, Ν -1. Εσωτ. διαστ.: 12μ. Χ 4μ.)

Ο χώρος αρ. 2 ακολουθεί αμέσως προς νότο τη δεξαμενή (χώρος αρ. 1) και ορίζεται στα δυτικά από το τμήμα του αρχαϊκού περιβόλου που ανοικοδομήθηκε κατά την υστερορωμαϊκή περίοδο, στα ανατολικά από τα κατάλοιπα ενός παράλληλου προς τον περίβολο, επίσης ύστερου τοίχου και στα νότια από έναν κάθετο προς τον περίβολο τοίχο της ύστερης αρχαιότητας.

Μετά την αφαίρεση των στρωμάτων σύγχρονης επίχωσης και καταστροφής, από μικρούς και μεγάλους αργούς λίθους ανακατεμένους με θραύσματα κεραμίδων στέγης και τμημάτων κονιάματος, αποκαλύφθηκε σε βάθος 0,30μ. η επίπεδα επεξεργασμένη επιφάνεια της κιμηλιάς. Ο φυσικός πορώδης βράχος είναι λαξευμένος ημικυκλικά, δημιουργεί άνοιγμα προς τα ανατολικά, προς το εσωτερικό, δηλαδή, του ιερού, και φέρει ίχνη κονιάματος κατά τόπους στην εξωτερική παρειά. Στη νότια πλευρά του ημικυκλίου σώζονται στη θέση τους τέσσερεις δόμοι ημικυκλικής διατομής τοποθετημένοι ανά ζεύγος σε δύο επάλληλες σειρές δημιουργώντας έναν αναβαθμό. Ως συνδετικό υλικό μεταξύ τους και με την κιμηλιά χρησιμοποιήθηκε ασβεστοκονίαμα. Οι τεχνικές τους λεπτομέρειες προδίδουν ότι προέρχονται από άλλα, διαφορετικά μεταξύ τους κυκλικά ή ημικυκλικά μνημεία που προϋπήρχαν, κατά πάσα πιθανότητα, στο εσωτερικό του ιερού από τα κλασικά έως τα ρωμαϊκά χρόνια. Στη θέση που εντοπίστηκαν αποτελούν τμήματα ημικυκλικής κατασκευής, βάσης ή εξέδρας, της ύστερης αρχαιότητας, διαμέτρου 4,30μ.

Στο μέσο περίπου της ανατολικής, ανοικτής πλευράς αυτού του μνημείου και εντός ενός λαξεύματος στην κιμηλιά, βρέθηκε ένας οξυπύθμενος αμφορέας διαστάσεων 0,38μ. Χ 0,25μ., οριζόντια τοποθετημένος, με αποκεκρουμένη την άνω επιφάνεια του σώματος και προσανατολισμό Β-Ν. Αν και απουσιάζουν, δυστυχώς, άλλα ευρήματα πρόκειται πιθανότατα για εγχυτρισμό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από τον χώρο περισυλλέχθηκαν ένα θραύσμα ενσφράγιστης κεραμίδας πάνω στην οποία διακρίνονται σε δύο σειρές τα γράμματα [..ΟΛΛΩ…] και [..(Υ)ΚΛΑΙΟ(Ι)], το ήμισυ μαρμάρινου ιωνικού κιονόκρανου πιθανώς ύστερης ρωμαϊκής περιόδου με λογχόσχημα φύλλα μεταξύ των ελίκων, καθώς και ένα χάλκινο νόμισμα πολύ μικρών διαστάσεων.

Από την αρχική μελέτη της κεραμικής εξάγεται ότι σε σύνολο 1618 οστράκων η κεραμική των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων υπερισχύει αναλογικά των άλλων εποχών.

Χώρος 3 (Τετρ. Κ-Λ -2 & -3. Εσωτ. διαστ.: 5μ. Χ 3,50μ.):

Αμέσως νοτιότερα, ο ορθογώνιου σχήματος χώρος ορίζεται στα βόρεια, ανατολικά και νότια από τοίχους των γειτονικών κτισμάτων που είναι κατασκευασμένοι με αργολιθοδομή και ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Η δυτική πλευρά, που αντιστοιχεί στην πορεία του αρχαϊκού περιβόλου, παραμένει κενή. Εδώ, αν και απουσιάζει κάθε ίχνος κατασκευής αποκαλύφθηκε η σχεδόν κάθετα λαξευμένη κιμηλιά υποδηλώνοντας την υποδομή θεμελίωσης του περιβόλου της αρχαϊκής εποχής που περνούσε από αυτό το σημείο με προσανατολισμό Β-Ν. Το επίπεδα διαμορφωμένο δάπεδο στο εσωτερικό του χώρου χωρίζεται διαγωνίως από ένα αυλάκι απορροής υδάτων.

Στο ΒΔ διαγώνιο τμήμα αποκαλύφθηκε ο μαλακός πορώδης φυσικός βράχος του λόφου, ενώ στο ΝΑ τμήμα ο κροκαλοπαγής. Μέσα, μάλιστα, στο κροκαλοπαγές αυτό στρώμα και στο κέντρο περίπου του χώρου, εντοπίσθηκε ένα αβαθές κυκλικό όρυγμα διαμ. 1,50μ. Η διαμόρφωση της επιφάνειας του εσωτερικού, σε συνδυασμό με την απουσία θραυσμάτων από κεραμίδες στέγης επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ο χώρος αυτός ήταν υπαίθριος, χωρίς όμως, να είναι εφικτός ο ακριβέστερος προσδιορισμός του χαρακτήρα του. Επιπλέον, η τεχνική κατασκευής των τοίχων που τον πλαισιώνουν παραπέμπει στην ύστερη αρχαιότητα ως κύρια εποχή διαμόρφωσης και εκμετάλλευσης του χώρου.

Από το εσωτερικό του περισυλλέχθηκε ένα μαρμάρινο δωρικό κιονόκρανο διαστάσεων 0,50μ Χ 0,48μ. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι είναι επεξεργασμένο σε δεύτερη φάση στην άνω πλευρά του άβακα, όπου έχει λαξευτεί μια μεγάλη κοίλη λιασμένη επιφάνεια στο κέντρο και μικρότερες κυκλικές κοιλότητες περιμετρικά αυτής. Πιθανότατα, το μέλος αυτό να επαναχρησιμοποιήθηκε ως κέρνος. Στην ίδια περιοχή βρέθηκε ένα ακόμα μαρμάρινο μέλος, το απότμημα ενός μαρμάρινου θωρακίου πρωτοβυζαντινής εποχής. Όπως και στο μεγαλύτερο μέρος της δυτικής πλαγιάς του λόφου έτσι και εδώ η κατανομή των ευρημάτων της κεραμικής, αναδεικνύει και πάλι την υπεροχή της ελληνιστικής και ρωμαϊκής παραγωγής σε σύνολο 829 οστράκων.

Χώρος 4 (Τετρ. Ι -4 & -5, Κ -3 & -4. Εξωτ. διαστ.: 13,50μ. Χ 3,90μ. Χ 1,80μ.)

Τελευταίο στη σειρά των χώρων προς νότο, ακολουθεί ένα ορθογώνιο οικοδόμημα που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω των διαστάσεων και της δομής του. Την δυτική του πλευρά αποτελούσε το αντίστοιχο τμήμα του αρχαϊκού περιβόλου, κατασκευάστηκε, δηλαδή, ενσωματώνοντας ένα προϋπάρχων δομικό στοιχείο. Στη νότια στενή πλευρά και τη ΝΑ γωνία του κτηρίου έχουν ενσωματωθεί στον τοίχο αρχιτεκτονικά μέλη του Θρόνου. Όπως εδώ έτσι και στη βόρεια στενή πλευρά καθώς και στη ΒΔ γωνία η ανωδομή αποτελείται από ασβεστόλιθους, κροκαλοπαγείς και αργούς λίθους μικρού και μεσαίου μεγέθους, με ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Κατά μήκος της ανατολικής μακράς πλευράς και για περ. 6μ. στο κέντρο της δεν υπάρχει συνέχεια του τοίχου. Εδώ εντοπίστηκαν δύο κυκλικά ορύγματα σε απόσταση 2μ. μεταξύ τους μέσα στα οποία βρέθηκαν πολλά θραύσματα δωρικού κίονα και απότμημα δόμου έδρασης κίονα. Είναι φανερό πως στις θέσεις αυτές ήταν τοποθετημένοι δύο πιθανότατα επαναχρησιμοποιημένοι δωρικοί κίονες από το θρόνο, δημιουργώντας μια ανοικτή, ευρύχωρη είσοδο. Ένα ενιαίο στρώμα καταστροφής από κεραμίδες στέγης και μεγάλα κομμάτια ασβεστοκονιάματος καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του χώρου αρ. 4. Από τα έως τώρα δεδομένα προκύπτει ότι το στεγασμένο οικοδόμημα ήταν κλειστό στις τρεις πλευρές του και είχε μια υπόστυλη πλατιά είσοδο στα ανατολικά, για την πρόσβαση από το εσωτερικό του ιερού.

Ως χαρακτηριστικά ευρήματα που περισυλλέχθηκαν από τον χώρο αξίζει να σημειωθεί μεγάλη ποσότητα μεταλλικών καρφιών, κομμάτια σκωρίας και μολύβδινο στεφάνι μικρών διαστάσεων, τμήματα από ενσφράγιστες κεραμίδες στα οποία σώζονται σε δύο σειρές τα γράμματα [  ….ΛΩΝΟΣ – ….ΛΑΙΟΙ], και [.ΠΟΛΛ…. – ..ΥΚΛ….], καθώς και τέσσερα χάλκινα νομίσματα ρωμαϊκών, βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων. Από την ανάλυση της κεραμικής προκύπτει ότι σε σύνολο 1146 οστράκων υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ των αγγείων της γεωμετρικής και αρχαϊκής εποχής με αυτά της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου.

Ταφικό οικοδόμημα (Τετρ. Η -5. Εξωτ. διαστ.: Μεγ. σωζ. μηκ. 2,10μ. μεγ. σωζ. πλ. 2,20μ.).

Περίπου 5μ. ανατολικά του νοτίου άκρου του αρχαϊκού περιβόλου αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα μιας ακτέριστης ταφικής κατασκευής το δυτικό τμήμα της οποίας έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά. Το φυσικό κιτρινωπό πορώδες και ενίοτε κροκαλοπαγές έδαφος είχε λαξευτεί προκειμένου να στηρίξει την θεμελίωση του τάφου. Ένας, κατεστραμμένος σήμερα, τοίχος στον κεντρικό άξονα του χώρου με προσανατολισμό Α-Δ, χωρίζει το ορθογώνιο οικοδόμημα εσωτερικά σε δύο ισομεγέθεις θαλάμους.

Η ανωδομή του μνημείου αποτελείται από ορθογώνιες πλίνθους τοποθετημένες σε επάλληλες σειρές και κονίαμα ως συνδετικό υλικό. Η νότια πλευρά του τάφου είναι σαφώς ενισχυμένη αφού εδώ ο τοίχος, όπως και στην περίπτωση της τοιχοδομίας στην δεξαμενή (χώρος αρ. 1), αποτελείται από δύο μέρη: μια εσωτερική ζώνη πάχους περ. 0,18μ. από επάλληλες σειρές πήλινων κεραμίδων και ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό, και εξωτερικά μια ισχυρότερη κατασκευή πάχους 0,30μ. από αργολιθοδομή και ασβεστοκονίαμα. Ένα παχύ στρώμα ασβεστοκονιάματος συνδέει, τα δύο μέρη μεταξύ τους. Τέλος, έκδηλες είναι οι ομοιότητες, τόσο ως προς την τεχνική δόμησης όσο και ως προς την εσωτερική διάταξη, με τις δύο εφαπτόμενες ταφικές κατασκευές που αποκαλύφθηκαν το 2009 στην κορυφή του λόφου κατά μήκος της ανατολικής πλευράς και πιο συγκεκριμένα στα τετρ. Ζ 8-9.

Τα ευρήματα που συγκεντρώθηκαν κατά τις εργασίες που διενεργήθηκαν στο τετράγωνο Η-5 προέρχονται ιδίως από το χώρο που περιβάλλει το ταφικό οικοδόμημα και όχι από το εσωτερικό του. Πρόκειται κυρίως για κεραμική των αρχαϊκών χρόνων και ελάχιστα μεταλλικά ευρήματα της ίδιας εποχής όπως ένα χάλκινο περιβραχιόνιο τα δύο άκρα του οποίου απολήγουν σε κεφαλές φιδιών και μια αιχμή βέλους. Το υλικό αυτό μπορεί να συσχετιστεί με την κατασκευή και χρήση του αρχαϊκού περιβόλου που συνορεύει άμεσα με το τετράγωνο προς τα δυτικά.

Β) Άλλες εργασίες.

Μια από τις προτεραιότητες του Ερευνητικού Προγράμματος Αμυκλών είναι και η συλλογή πληροφοριών για το λόφο της Αγ. Κυριακής από τους κατοίκους των γειτονικών οικισμών ώστε να χρησιμοποιηθούν στις δράσεις διαχείρισης και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου. Για τον σκοπό αυτό διενεργήθηκε φέτος για δεύτερη φορά μια έρευνα κοινού στην τοπική κοινωνία των Αμυκλών από την οποία συγκεντρώθηκαν 70 ερωτηματολόγια. Η εργασία αυτή εντάσσεται στο επιστημονικό πεδίο της δημόσιας αρχαιολογίας που αποσκοπεί σε μια ολιστική, πολιτισμική ερμηνεία των αρχαιολογικών χώρων, καθώς εμβαθύνει σε θέματα όπως αξίες, πεποιθήσεις, πολιτιστικές πρακτικές, χρήση της γης, κ.λπ., που χαρακτηρίζουν το αρχαιολογικό περιβάλλον και την κοινωνία που το πλαισιώνει. Παράλληλα, στον αρχαιολογικό χώρο οργανώθηκαν και εκπαιδευτικές δράσεις για παιδιά του δημοτικού και ενήλικες.

Γ) Εργασίες ανάδειξης Αρχαιολογικού Χώρου.

Αποχωματώσεις- επιχώσεις: Σκοπός της εργασίας είναι η οµαλοποίηση του εδάφους στις περιοχές που στο παρελθόν παρατηρούνταν έντονες διαφοροποιήσεις στην επιφάνεια, δηλαδή στα δυτικά και νότια της εκκλησίας της Αγ. Κυριακής. Σε επαφή με το βράχο στρώθηκε άμμος μέγιστου πάχους έως 2 εκ. Πάνω από το στρώμα αυτό τοποθετήθηκε γεωύφασμα διαπνοής πολυπροπυλενίου, μη υφασμένο, κατηγορίας 150gr./m2. Ακολουθεί ελαφρόπετρα και χαλίκι 3Α σε στρώμα έως και 50 εκ. που στρώθηκε στη συγκεκριμένη επιφάνεια του αρχαιολογικού χώρου Το χαλίκι συμπιέστηκε ελαφρά για τη διαμόρφωση ήπιων κλίσεων.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η τελική στάθμη των επιφανειών δεν διαμορφώθηκε στην παρούσα φάση. Θα παραμείνει η επίχωση σε ένα προσωρινό, ενδιάμεσο, επίπεδο έτσι ώστε να είναι εφικτή η απρόσκοπτη κίνηση οχημάτων και υλικών για τις ανάγκες των έργων. Οι τελικές επιφάνειες θα περιέχουν ειδικά αδρανή υλικά κατάλληλης σύστασης, κοκκομετρικής διαβάθμισης και χρωματικής απόχρωσης.