Σχετικά:

  1. ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΜΤΕ/ΔΑΑΜ/ΤΜΚΕΜ/51810/6168/461/95/26.03.2014
  2. Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ/ Γ.Δ.Α.Π.Κ/ΔΙ.Π.Κ.Α/Τ.Ε.Ε.Α.Ε.Ι/67356/39997/3208/369/16.9.2015
  3. Το με αρ. πρωτ. 277/25.05.2018 αίτημα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας
  4. ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΕΕΑΕΙ/331408/237845/7326/1156/03.08.2018

 

Αρχαιολογικές εργασίες.

Μετά την αποκάλυψη της θεμελίωσης ενός οικοδομήματος, το οποίο αναπτύσσεται σε σχήμα Π στο νότιο τμήμα του λόφου κατά το 2017, και ονομάζεται συμβατικά «νότιο οικοδόμημα», οι φετινές προσπάθειες επικεντρώθηκαν στη διερεύνηση των ορίων αυτών των καταλοίπων προς τα ανατολικά, δυτικά και νότια.

Από τις φετινές έρευνες διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για ένα τετράγωνο ή ορθογώνιο κτήριο διαστάσεων 22μ. Χ 8μ. Χ 6μ.. Δυστυχώς λείπει ολόκληρη η νότια πλευρά του κτηρίου, πιθανό λόγω καθίζησης του εδάφους, όπως δείχνει και η λοξή πορεία και η απότομη υψομετρική διαφορά των γεωλογικών επιπέδων στο σημείο αυτό. Προς βορρά το οικοδόμημα λειτουργούσε και ως ανάλημμα αφού η πλευρά αυτή εφαπτόταν στην λαξευμένη πλαγιά του λόφου. Το δυτικό πέρας σχηματίστηκε αφού λαξεύτηκε ο κροκαλοπαγής βράχος, ο οποίος λειτούργησε και ως θεμέλιο της ανωδομής. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του οικοδομήματος είναι ο κλειστός διάδρομος σε σχήμα Γ που καταλαμβάνει την δυτική και βόρεια πλευρά. Από τα ευρήματα εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο διάδρομος ήταν στεγασμένος και η ανωδομή του αποτελούνταν από οπτόπλινθους. Εσωτερικά του διαδρόμου αποκαλύφθηκε υπόστρωμα δαπέδου, παχ. 0,20μ., από πατημένα χώματα αναμεμιγμένα με μικρά βότσαλα. Αντίθετα, στην ανατολική πλευρά το οικοδόμημα ορίζεται από έναν μόνο τοίχο που κατασκευάστηκε επί του πορώδους βράχου και ενισχύθηκε σε όλο το μήκος του, μεταγενέστερα, με έναν δεύτερο, εφαπτόμενο σε αυτόν, τοίχο. Εξαιτίας της διαμόρφωσης αυτής εικάζεται πως το κέντρο του οικοδομήματος λειτουργούσε ως υπαίθριος χώρος. Στο ανατολικό τμήμα του «αιθρίου» αποκαλύφθηκε το πορώδες έδαφος (κιμηλιά) που έφερε έντονα ίχνη κόκκινου, γκρίζου και μαύρου χρώματος. Επιπλέον, σε αυτή την περιοχή περισυλλέχθηκαν σιδερένια εργαλεία, υαλόμαζες και καμένες μάζες πηλού, γεγονός που σχετίζεται με εργαστηριακές εγκαταστάσεις, πιθανότατα κλιβάνων, που λειτούργησαν στον χώρο αυτό κατά την ύστερη ρωμαιοκρατία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανατολική πλευρά του οικοδομήματος αφού εκεί εντοπίστηκαν στοιχεία που επιτρέπουν την χρονολόγησή του στον ύστερο 6ο αι. π.Χ. Αυτό υποστηρίζεται τόσο από την στρωματογραφία και τα κινητά ευρήματα, όσο και από την θεμελίωση ενός τοίχου, πλ. περ. 2μ., που αποκαλύφθηκε σε μηκ. 7,60μ. και τέμνει κάθετα την ανατολική πλευρά του οικοδομήματος.

Αυτή η κατασκευή, που αποτελείται από δύο σειρές αδρά επεξεργασμένων ασβεστόλιθων μεγάλου και μεσαίου μεγέθους, και μικρές πέτρες ως ενδιάμεσο γέμισμα, εδράζεται πάνω στην βαθμιδωτά λαξευμένη επιφάνεια του φυσικού πορώδους βράχου. Κατά μήκος της νότιας πλευράς του, που αποτελούσε και το μέτωπο του τοίχου, μεταξύ των μεγάλων λίθων της πρόσοψης αλλά κυρίως μπροστά από αυτούς, εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός ακέραιων και μη αρυβάλλων και άλλων μικρογραφικών αγγείων όπως κάνθαροι, λάκαινες και κύπελα που χρονολογούνται στον 7ο και 6ο αι. π.Χ., καθώς και σιδερένιοι οβελοί και τμήμα χάλκινου κράνους. Τόσο το είδος των ευρημάτων και η ποσότητά τους, όσο και το γεγονός ότι χώματα του στρώματος που βρέθηκαν ήταν κατά τόπους μαύρα με ίχνη καύσης, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι σε αυτήν την περιοχή υπήρξε μια οργανωμένη δραστηριότητα λατρευτικού/τελετουργικού χαρακτήρα.

Τα ευρήματα που συγκεντρώθηκαν – καταμετρήθηκαν συνολικά 7059 όστρακα – σε συνδυασμό με την στρωματογραφία συνηγορούν υπέρ μιας χρονολόγησης του τοίχου στον πρώιμο 7ο αι. π.Χ. Με αφορμή αυτό το δεδομένο, την τεχνική κατασκευής και τις μνημειακές διαστάσεις του τοίχου μπορεί να υποστηριχθεί, επιπλέον, ότι αυτός αποτελεί τμήμα του υστερογεωμετρικού περιβόλου που αποκαλύφθηκε κατά τα έτη 2006 έως 2010 κατά μήκος της νότιας και ανατολικής πλευράς του λόφου.

Η καταστροφή του τοίχου, και του πρώιμου περιβόλου τουλάχιστον σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να τοποθετηθεί στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ., όταν δημιουργήθηκε το «νότιο οικοδόμημα». Μια δεύτερη φάση καταστροφής του τοίχου και χρήσης του υλικού του, ανάγεται στην ύστερη ρωμαιοκρατία, όταν κατασκευάστηκε ένας νέος χώρος, αμέσως βόρεια, από τον οποίο σώζονται μόνο τα θεμέλια δύο τοίχων που σχηματίζουν ορθή γωνία.

 

Εργασίες ανάδειξης Αρχαιολογικού Χώρου.

Με στόχο την ανάδειξη της μνημειακότητας του Περιβόλου και την αρτιότερη οριοθέτησή του σε ικανοποιητικό βαθμό, ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση μερικής αναστήλωσης του μνημείου. Προστέθηκε µια στρώση τεχνητών λίθων σε όλο το μήκος της νότιας πλευράς, με αποτέλεσμα την οπτικοποίηση του συστήματος της ανωδοµής και την συγκράτηση των χωμάτων του λόφου σε αυτή την περιοχή. Το αναστηλωτικό έργο του περιβόλου αποτέλεσε μια πρωτοποριακή εφαρμογή νέων αναστηλωτικών μεθόδων και τεχνικών εξαιτίας της διαδικασίας παραγωγής και τοποθέτησης του χυτού λίθου, η χρήση του οποίου κρίθηκε απαραίτητη λόγω της σπανιότητας και των ιδιαιτεροτήτων του αρχαίου υλικού (κροκαλοπαγής ασβεστόλιθος), καθώς και των μνημειακών διαστάσεων των λίθων που απαρτίζουν την κατασκευή με μήκη που ξεπερνούν τα 2,60 μ.