Είναι γνωστό ότι τα αρχαία ιερά δεν συνιστούσαν απλώς τόπους προσευχής και προσκυνήματος, αλλά, πολύ περισσότερο, λειτουργούσαν ως πολυδιάστατα κέντρα που εξυπηρετούσαν τις ποικίλες ανάγκες μιας πόλης-κράτους. Προπάντων μετά τον 8ο αιώνα π.Χ., η πόλη έθεσε τη θρησκεία στο επίκεντρο των υποθέσεών της και όριζε την ταυτότητά της μέσω αυτής. Προκειμένου, λοιπόν, να καταδειχτεί η σημασία του ιερού στις Αμύκλες, πρέπει και εδώ να ληφθούν υπόψη δύο κύριοι παράγοντες: πρώτον, εκείνος της θρησκείας και, δεύτερον, εκείνος της πολιτικής.

Είναι αποδεκτό σήμερα ότι ο τάφος του Υακίνθου αποτελούσε ένα κεντρικό σημείο του ιερού και στα πλαίσια των Υακινθείων, η μορφή του Υακίνθου κατείχε το ρόλο του προγόνου. Ωστόσο, η στενή σχέση με τον Απόλλωνα της Πρώιμης εποχής του Σιδήρου, επιτρέπει την υπόθεση ότι η σποραδική εγκατάσταση των νέων κοινοτήτων στη Λακωνία ήταν ο παράγοντας που οδήγησε στο συγκερασμό της λατρείας του Υακίνθου με εκείνη του Απόλλωνα.

Σύμφωνα με αναφορές στους Δειπνοσοφιστές του Πολυκράτη, οι Λάκωνες γιόρταζαν τα Υακίνθεια στις Αμύκλες τρεις μέρες το χρόνο. Το πρώτο μέρος αυτών των εορταστικών εκδηλώσεων ήταν αφιερωμένο στο τελετουργικό του χωρισμού (rites of separation): ήταν η μέρα του πένθους και της θυσίας για τον Υάκινθο. Το δεύτερο μέρος της λατρείας μπορεί να συνδεθεί με μια άλλη μεταβατική φάση, κατά την οποία τόσο τα σύμβολα όσο και οι πράξεις που λάμβαναν χώρα παραπέμπουν ξεκάθαρα σε ένα τελετουργικό μύησης (rites of initiation). Η πομπή, που λάμβανε χώρα τη δεύτερη μέρα των εορταστικών εκδηλώσεων, ξεκινώντας από τη Σπάρτη και καταλήγοντας στις Αμύκλες όπου παραδιδόταν ο πέπλος για τον Απόλλωνα, δεν σηματοδοτεί μόνο τη μετάβαση σε χώρο και χρόνο, από την καθημερινή ζωή δηλαδή της πόλης στην προσωρινή διαμονή σε αντίσκηνα στο χώρο του ιερού. Αυτό που προβάλλεται περισσότερο είναι η μετάβαση στη ζωή και στον κόσμο των ενηλίκων. Σε αυτό το σημείο, το ενδιαφέρον του Απόλλωνα εστιάζει στην ανερχόμενη γενιά, στην προστασία των νέων τη στιγμή της αποδοχής τους από την κοινωνία ως πλήρη μέλη.

Η ίδρυση της Σπάρτης γύρω στα 750 π.Χ. είχε ως συνέπεια τη σταδιακή καθιέρωση μιας νέας ταυτότητας ως κοινής βάσης για τους κατοίκους και των πέντε οικισμών της πόλης, καθώς και την εγκατάλειψη της έως τότε κυρίαρχης τοπικής διαφορετικότητας. Η δημιουργία της νέας πόλης της Σπάρτης οδήγησε επομένως στο γεγονός να θεωρούνται το Αμυκλαίον και τα Υακίνθεια ως μια νέα ενότητα. Οι εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμή του Αμυκλαίου Απόλλωνα παρείχαν στην πόλη μια νέα θρησκευτική και πολιτική προοπτική. Τόσο ο θρόνος του Απόλλωνα στις Αμύκλες όσο και το ιερό στο σύνολό του έγιναν το έμβλημα της νέας πόλης-κράτους, η εκφραστικότερη ανάδειξη της ισχύς και του γοήτρου της, αλλά και εκδήλωση της νέας ταυτότητάς της.