Αμύκλες Ι: Η πρώτη ανθρώπινη παρουσία στο λόφο της Αγ. Κυριακής, στα πλαίσια ενός οικισμού, χρονολογείται στην τελευταία φάση της πρώιμης Ελλαδικής περιόδου. Γεγονός που πιστοποιείται από τη μεγάλη ποσότητα Πρωτοελλαδικής II κεραμικής, καθώς και μικρής ποσότητας Μεσοελλαδικής μινυακής κεραμικής. Επιπλέον, σε όλη την επιφάνεια της κορυφής του λόφου έχουν εντοπιστεί ορύγματα για την τοποθέτηση πίθων. Επιπλέον και σε συνδυασμό με τα παραπάνω δεδομένα, ενδεχομένως, οι τομές που βρίσκονται στο φυσικό βράχο, αποτελούν ίχνη πρώιμων κατοικιών στο Αμυκλαίο. Ακόμη, το καθαρό επίπεδο που περιέχει αυτό το υλικό αποτελεί ένδειξη ότι ο Πρωτοελλαδικός και ο συρρικνωμένος Μεσοελλαδικός οικισμός είχε εγκαταλειφθεί κατά διαστήματα, πιθανώς κατά τη διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού για τις ανάγκες της επακόλουθης χρήσης της περιοχής ως Μυκηναϊκό ιερό.

Αμυκλαίον I : Όπως επιβεβαιώνεται από την εύρεση σημαντικού αριθμού ειδωλίων, στην κορυφή του λόφου της Αγ. Κυριακής ιδρύθηκε ένα υπαίθριο μυκηναϊκό ιερό γύρω στο 1200 π.Χ. Ο οικισμός των Αμυκλών μεταφέρθηκε νότια και δυτικά, στη θέση της σημερινής κοινότητας Αμύκλες.

Αμυκλαίον II: Στο υπαίθριο ιερό συνεχίζεται η λατρευτική δραστηριότητα κατά την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική Εποχή (1050 έως το 700 π.Χ.). Η ιδιαίτερη θέση που κατείχαν οι Αμύκλες στην περιοχή της Λακωνίας κατά την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου καταδεικνύεται, μεταξύ άλλων, και από την αναφορά της πόλης στους ομηρικούς καταλόγους πλοίων (ΙΙ. 2584). Μια ακόμα πιο γενική ερμηνεία, που πηγάζει τόσο από τα αρχαιολογικά τεκμήρια όσο και από τις γραπτές και ιστορικές πηγές, καταλήγει επίσης στο συμπέρασμα ότι ο συνοικισμός των Αμυκλών ενσωματώθηκε στην πόλη της Σπάρτης από τον Τήλεκλο γύρω στο 750 π.Χ., ως πέμπτη ωβή της, και, κατά αυτόν τον τρόπο, άρχισε η διαδικασία της διαμόρφωσης μιας νέας πολιτικής ταυτότητας.

Αμυκλαίον III: Κατά την πρώτη μνημειακή φάση του ιερού, δηλαδή την μετάβαση από τον 8ο στον 7ο αι. π.Χ. (περ. 700 π.Χ.) κατασκευάζεται ένας περίβολος και βεβαιώνεται φιλολογικά η ύπαρξη ενός κολοσσιαίου λατρευτικού αγάλματος-ξοάνου. Η φάση αυτή σχετίζεται με την επικράτηση της Σπάρτης στους δύο μεσσηνιακούς πολέμους καθώς και με την ίδρυση της Σπαρτιατικής αποικίας του Τάραντα από τους Αμυκλαιείς.

Αμυκλαίον IV: Κατά την δεύτερη μνημειακή φάση του ιερού (550-530 π.Χ.), οι αυξημένες ανάγκες των τελετουργιών και ο μεγαλύτερος αριθμός των πιστών που επισκέπτονται τον χώρο οδηγούν στην κατασκευή του ναού του Απόλλωνα, του λεγόμενου Θρόνου, του κυκλικού βαθμιδωτού βωμού και του νέου περιβόλου.

Αμυκλαίον V: Ίχνη επεμβάσεων στον περίβολο, θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών και κατάλοιπα ενός μεγάλου κτιρίου στο βόρειο τμήμα του λόφου επιβεβαιώνουν την οικοδομική δραστηριότητα στο ιερό από τους κλασικούς χρόνους έως την ύστερη αρχαιότητα (5ος αι. π.Χ. -5ος αι. μ.Χ.).

Αμυκλαίον VI: Κατεδάφιση των αρχαίων μνημείων και μετατροπή του λόφου σε νεκροταφείο και λατομείο κατά τη διάρκεια της βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής (11ος -19ος αι. μ.Χ.).

Αμυκλαίον VIΙ: Από το 1800 και εξής βεβαιώνεται η ύπαρξη της εκκλησίας της Αγ. Κυριακής στην κορυφή του λόφου.