Amykles Topografiko 2013

Kατά το έτος 2013 στο σπαρτιατικό ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνα, οι ανασκαφικές εργασίες που είχαν ξεκινήσει κατά τα προηγούμενα έτη με στόχο τη διερεύνηση του υπεδάφους στο ΒΔ τμήμα του Ιερού, επεκτάθηκαν στα τετράγωνα Κ 3-6, Λ 2-5, Μ 2-4, Ν 1-3, Ξ 1-2. Η έρευνα ήταν εξαιρετικά προσεκτική λόγω της απουσίας μεγάλων επιχώσεων και η στρωματογραφία αποδείχθηκε ιδιαίτερα ταραγμένη από τις παλαιότερες ανασκαφικές τομές των E. Fiechter (1907) και E. Buschor (1925).

Ο όγκος των χωμάτων που αφαιρέθηκαν, πάχους 0,10μ. έως 1,20μ., ανήκε σε στρώμα νεότερης επίχωσης με πολλά σύγχρονα αντικείμενα. Ανάμεσά τους καρφιά, θραύσματα από κεραμίδες και ασβεστοκονίαμα, καθώς και κεραμική διαφόρων εποχών, από τη Γεωμετρική έως τη Βυζαντινή. Κάτω από τη νεότερη επίχωση εκτείνεται η γνωστή επιφάνεια του κίτρινου πορώδους φυσικού βράχου. Όπως και στην περιοχή των οικοδομημάτων της ύστερης αρχαιότητας, διαπιστώθηκε ότι το στρώμα αυτό αντιπροσωπεύει το ανώτερο επίπεδο της φυσικής επιφάνειας του λόφου.
Στο άνω επιπέδο του λόφου της Αγ. Κυριακής και στο κέντρο του περίπου αποκαλύφθηκε με διαγώνια κατεύθυνση από Α. προς Δ. το φυσικό όριο μεταξύ του γεωλογικού στρώματος της βοτσαλωτής επιφάνειας στο νότιο μισό και της συμπαγούς πορώδους επιφάνειας στο βόρειο. Η γραμμή του ορίου αυτού όπου εδράζεται και ο βόρειος τοίχος της εκκλησίας συναντά, σε ορθή γωνία σχεδόν, ένα λάξευμα της βοτσαλωτής επιφάνειας, αμέσως ανατολικά της εκκλησίας. Το λάξευμα αυτό ανήκει, πιθανότατα, στην υποθεμελίωση του Θρόνου, και επεκτείνεται αντίστοιχα στα τετράγωνα Ι-Θ 8. Η ευθεία δηλαδή γραμμή που σχηματίζει, μήκους περίπου 20μ., συναντά στο νότιο πέρας της και σε ορθή γωνία τη νοητή προς τα ανατολικά προέκταση του υφιστάμενου τμήματος της κρηπίδας του Θρόνου.
Εκεί όπου εφάπτονται τα τετράγωνα Κ-Λ 5, αποκαλύφθηκε ένας τοίχος μήκους 1,60μ., πλάτους 1μ. και ύψους περίπου 0,60μ., κατασκευασμένος με αργούς λίθους μικρού και μεσαίου μεγέθους, θραύσματα κεραμίδων και ασβεστοκονίαμα. Τόσο η τεχνική της κατασκευής του, όσο και η σύσταση του κονιάματος παραπέμπουν στον 11αι. μ.Χ., την περίοδο δηλαδή των δύο αψίδων που βρίσκονται αντίστοιχα νότια της κρηπίδας και βόρεια της εκκλησίας.
Από την περιοχή αμέσως βόρεια της εκκλησίας, αφαιρέθηκε αδιατάρακτο αρχαιολογικό στρώμα με κίτρινα πηλώδη χώματα, πλούσιο σε κεραμική προϊστορικών, κυρίως ΠΕ χρόνων, ακριβώς πάνω από τον συμπαγή πορώδη φυσικό βράχο. Οι επιχώσεις αυτές πρέπει να σχετίζονται με τον πρωτοελλαδικό οικισμό και την πρωιμότερη χρήση του λόφου. Στο τετράγωνο, μάλιστα, Κ 5 κατά την αφαίρεση του στρώματος αποκαλύφθηκε ένας τοίχος από αργούς λίθους μεσαίου μεγέθους τοποθετημένους σε σειρά, παράλληλος προς τον βόρειο τοίχο της εκκλησίας της Αγ. Κυριακής. Η αμελής αυτή κατασκευή, μήκους 1,50μ. περίπου, ανήκε πιθανότατα σε κάποια οικία του πρωτοελλαδικού οικισμού. Επίσης, στο τετράγωνο Κ 6, στο φυσικό συμπαγές στρώμα του λόφου με το ψιλό βότσαλο και κατά μήκος του βόρειου τοίχου της εκκλησίας, εντοπίστηκαν δύο ημικυκλικά αβαθή ορύγματα, παρόμοια με όσα έχουν ήδη βρεθεί σε άλλα σημεία τα προηγούμενα χρόνια.
Στο κέντρο περίπου του τετραγώνου Κ 5 αποκαλύφθηκε ορθογώνια κατασκευή με προσανατολισμό ΒΔ-ΝΑ, μήκους 1,95μ., πλάτους 0,54μ. και βάθους 1,20μ., λαξευμένη στο φυσικό πορώδη βράχο. Τα τοιχώματά της, πάχους 0,30μ., από σχιστόπλακες, πλίνθους και συνδετικό υλικό, καλύπτονται με λευκόφαιο κονίαμα που δημιουργεί εσωτερικά εξαιρετικά λείες επιφάνειες. Η διαμόρφωση αυτή επιτρέπει την πιθανή ταύτιση της κατασκευής με δεξαμενή, μολονότι η τυπολογία της δεν θα απέκλειε την περίπτωση ενός τάφου. Η επίχωση που αφαιρέθηκε από το εσωτερικό ήταν διαταραγμένη με αρκετή ποσότητα βυζαντινής εφυαλωμένης κεραμικής. Στο εσωτερικό της βρέθηκε, επίσης, μια επεξεργασμένη, κατά το ήμισυ σωζόμενη μαρμάρινη πλάκα διαστάσεων 1,28μ. μήκ., 0,94μ. πλ. και 0,10μ. πάχ., καθώς και το απότμημα μιας άλλης πλάκας από την έδραση ενός δωρικού κίονα του Θρόνου, μήκ. 0,17μ., πλ. 0,13μ., πάχ. 0,04μ.
Στο χώρο μεταξύ της εκκλησίας και της γνωστής από παλαιότερες ανασκαφές γωνίας που δημιουργούν δύο κροκαλοπαγείς ογκόλιθοι, στην περιοχή συγκεκριμένα του σημείου όπου συναντώνται τα τετράγωνα Κ-Λ 3-4, εντοπίστηκε μία κοιλότητα του φυσικού εδάφους, 10μ. μήκ. και περίπου 2,50μ. πλ. Αυτή οφείλεται αφενός σε αρχαίες και νεότερες επεμβάσεις, και αφετέρου στην αναμόχλευση των χωμάτων από τις ρίζες των δένδρων που υπήρχαν εκεί. Η διάνοιξή της, όμως, πρέπει να σχετίζεται κυρίως με τις ανασκαφές που πραγματοποίησε εδώ το 1925 ο Ε. Buschor (Buschor E., Massow W. von, Vom Amyklaion, AM 52, 1927, 25-26, εικ. 12). Την επίχωση των τετραγώνων της περιοχής, χαρακτηρίζει η ιδιαίτερα διαταραγμένη στρωματογραφία.
Στο κέντρο του τετραγώνου Λ 3, αποκαλύφθηκε κιβωτιόσχημος ακτέριστος τάφος με καλυπτήρια σχιστολιθική πλάκα και προσανατολισμό Β-Ν, διαστάσεων 2,47μ. μήκ. x 0,80μ. πλ. x 0,32μ. βάθ. Είναι κατασκευασμένος από σχιστόπλακες και θραύσματα κεραμίδων, το βόρειο άκρο του έχει λαξευθεί στον πορώδη φυσικό βράχο και χρονολογείται στη βυζαντινή, πιθανότατα, εποχή. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν τρεις σκελετοί ενηλίκων.
Στην ευρύτερη περιοχή, Δ και ΒΔ της εκκλησίας, εντοπίστηκαν έξι σχετικά αβαθή ορύγματα, οκτώσχημα και ημικυκλικά, με διαταραγμένο από νεότερες επιχώσεις το εσωτερικό τους.
Κατά μήκος της νότιας πλευράς των τετραγώνων Μ 2-5, κάτω από τη νεότερη επίχωση αποκαλύφθηκε τοίχος συνολικού μήκους 15μ. περίπου, μέγιστου πλάτους 1μ. και μέγιστου σωζόμενου ύψους 0,50μ. Ο τοίχος αυτός είναι κατασκευασμένος από αργούς λίθους μικρού και μεσαίου μεγέθους, θραύσματα κεραμίδων και ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Η τεχνική του θυμίζει τις δύο αψίδες νότια της κρηπίδας και βόρεια της εκκλησίας, καθώς και τον προαναφερθέντα τοίχο των τετραγώνων Κ-Λ 5. Οι εν λόγω κατασκευές σχετίζονται χρονολογικά και θα μπορούσαν να αναχθούν στον 11ο αι. μ.Χ. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τοίχος των τετραγώνων Μ 2-5 σώζεται αποσπασματικά. Στα μη διατηρούμενα, όμως, τμήματα, παραμένει ορατό το λαξευμένο στο φυσικό πορώδες έδαφος όρυγμα της θεμελίωσης. Και ενώ το δυτικό πέρας του εντοπίστηκε στο τετράγωνο Μ 2, στο τετράγωνο Μ 5 διαγράφεται η κάμψη του σε ορθή γωνία προς Ν. Από εκεί βρέθηκε η συνέχεια με το νότιο πέρας του μήκους 1,10μ. εντός του τετραγώνου Λ 5.
Βορείως του συγκεκριμένου τοίχου αποκαλύφθηκαν πέντε αβαθή κυκλικά ορύγματα με εσωτερικό γέμισμα διαταραγμένο από νεότερες επιχώσεις. Το δυτικότερο, στη συμβολή των τετραγώνων Μ-Ν 1-2, διαμέτρου 1μ. περίπου, αποτελεί και το νότιο όριο ενός τοίχου που εκτείνεται προς Β. Ο τοίχος αυτός, μήκους 6μ. και πλάτους 1,40μ. περίπου, είναι δομημένος με αργούς, αδρά επεξεργασμένους κροκαλοπαγείς και ασβεστολιθικούς λίθους, μεσαίου και μεγάλου μεγέθους, και με χώμα ως συνδετικό υλικό. Η τεχνική της κατασκευής του ανακαλεί την εσωτερική δομή του αρχαϊκού περιβόλου του ιερού με τον οποίο είναι πιθανότατα σύγχρονος. Είναι παράλληλος σε απόσταση 6,30μ. του ρωμαϊκού τοίχου των τετραγώνων Ν-Ξ 3. Πρόκειται, πιθανότατα, για τις δύο πλευρές της εισόδου στο ιερό, η θέση της οποίας ήταν αναμενόμενο να βρίσκεται σε αυτή την περιοχή του λόφου και για γεωμορφολογικούς λόγους. Στα Β του δυτικού τοίχου εντοπίστηκε στρώμα καταστροφής αποτελούμενο εξ ολοκλήρου από κεραμίδες στέγης. Η μαρτυρία τους θα μπορούσε ίσως να οδηγήσει στην υπόθεση ότι η είσοδος του ιερού είχε την μορφή στεγασμένου προπύλου. Το πρόπυλο πρέπει να καταστράφηκε και να καταργήθηκε κατά τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους, όπως αποδεικνύεται από την ύπαρξη δύο τάφων στο μέσον της εισόδου.
Ως ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα των ερευνών του Αμυκλαίου μπορεί να χαρακτηριστεί η ανακάλυψη στο ΒΔ τμήμα του λόφου της συνέχειας του μνημειακού περιβόλου του ιερού προς τα δυτικά. Και αυτό επειδή ανατρέπει τις αρχικές υποθέσεις για την πεταλόσχημη μορφή του και την ελεύθερη πρόσβαση του ιερού από τη δυτική πλευρά. Το τμήμα αυτό του περιβόλου, μήκους περίπου 5μ., εντοπίστηκε στο σημείο όπου εφάπτεται με το βόρειο άκρο του δυτικού τοίχου της εισόδου. Αποκαλύφθηκε σε ύψος δύο δόμων, με πλάτος 1,50μ. περίπου και προσανατολισμό Β-Ν, κατασκευασμένο από αδρά επεξεργασμένους κροκαλοπαγείς λίθους μεγάλων διαστάσεων. Αμέσως δυτικά του και σε επαφή με αυτό ανασκάφηκε μέρος από την υποθεμελίωση μιας άλλης ισχυρής κατασκευής που, κατά τα φαινόμενα, καταλαμβάνει τετράγωνη έκταση μήκους και πλάτους 4,50μ. περίπου. Πρόκειται πιθανότατα για ένα οικοδόμημα που ενίσχυε τον περίβολο και την είσοδο του ιερού.

Στα τετράγωνα Π 3-4, Ν 8, Μ 10, Z-H 11, A 8, -A 8, A 5 διενεργήθηκαν ανασκαφικές τομές κατά μήκος του διαδρόμου αμέσως εξωτερικά του αρχαϊκού περιβόλου-μνημειακού αναλημματικού τοίχου που περιβάλλει τον λόφο της Αγίας Κυριακής στη βόρεια, ανατολική και νότια πλευρά του. Οι εργασίες αυτές είχαν ως στόχο να αποκαλύψουν την τάφρο θεμελίωσης του περιβόλου κατά μήκος της ορατής, εξωτερικής του παρειάς, και να επιλύσουν ζητήματα σχετικά με τη χρονολόγησή του.
Με τις ανασκαφικές τομές στα τετράγωνα Π 3-4 βρέθηκε ένας βυζαντινός τοίχος, διαστάσεων 2,60μ. μήκ. και περίπου 0,50μ. πλ., που είχε ήδη εντοπιστεί από τον Ε. Fiechter στις αρχές του 20ου αιώνα και είναι κατασκευασμένος από αργούς και αδρά επεξεργασμένους λίθους μικρού μεγέθους
Στα τετράγωνα Ν 8 και Μ 10 αφαιρέθηκαν διαταραγμένες με νεότερες επεμβάσεις επιχώσεις, μέγιστου πάχους από 1,10μ. έως 2μ. Στο τετράγωνο Ν 8 και σε βάθος περίπου 0,90μ., εντοπίστηκαν οι τρείς από τις τέσσερεις τσιμεντένιες βάσεις της νεότερης μεταλλικής δεξαμενής, η οποία είχε απομακρυνθεί από το χώρο το 2005, κατά τον καθαρισμό της περιοχής. Το από κάτω αρχαίο στρώμα, περιλάμβανε μικρή ποσότητα πρωτοελλαδικής και γεωμετρικής κεραμικής, με τμήματα από ζωόμορφα και γυναικεία τύπου Ψ μυκηναϊκά ειδώλια. Το φυσικό έδαφος πάνω στο οποίο εδράζεται ο αρχαϊκός περίβολος, παρουσιάζοντας εδώ μια ισχυρότατη κλίση προς Β. (έως βάθος από 0,90μ.-1,10μ.), αποκλείει την ύπαρξη κάποιου διαδρόμου.
Το ίδιο παρατηρείται και στο τετράγωνο Μ 10, όπου η επιφάνεια του φυσικού βράχου εμφανίζει μια κλίση προς Β. σε βάθος από 1,35μ. έως 2,10μ. Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι στη ΝΑ γωνία του τετραγώνου, ανάμεσα στα δύο τμήματα του περιβόλου που συναντώνται εκεί, υπάρχει ένα κενό, μήκους περίπου 0,50μ. Έτσι συνεπάγεται ότι τα δύο αυτά τμήματα είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους (περίβολος τμήμα Α: τετράγωνα Μ 9, Ν 8, περίβολος τμήμα Β: τετράγωνα Ι-Κ-Λ 10).
Η ύπαρξη, εντούτοις, ενός διαδρόμου εξωτερικά του περιβόλου επιβεβαιώνεται στα τετράγωνα Ζ-Η 11. Εδώ και σε όλο το πλάτος των τομών, αμέσως μετά την αφαίρεση του επιφανειακού στρώματος της σύγχρονης επίχωσης, σε βάθος περίπου 0,30μ. αποκαλύφθηκε η επίπεδη επιφάνεια του απολαξευμένου πορώδους βράχου, πάνω στον οποίο θεμελιώθηκε ο αρχαϊκός περίβολος. Η εξωτερική, μάλιστα, επιφάνεια του περιβόλου στο τετράγωνο Ζ 11, με την ορατή διαταραχή της τοιχοδομίας, επιτρέπει την υπόθεση ότι στο σημείο αυτό, όπου καταλήγει και το καμπύλο πέρας του προγενέστερου γεωμετρικού περιβόλου, πρέπει να υπήρχε μία είσοδος. Από την επιφάνεια του διαδρόμου περισυλλέχθηκαν κυρίως όστρακα προϊστορικής και γεωμετρικής κεραμικής, καθώς και ένα χάλκινο γεωμετρικό ειδώλιο ζώου μήκους 0,05μ.
Η ύπαρξη του ίδιου αρχαίου διαδρόμου σε όλο το πλάτος του σημερινού ανδήρου εξωτερικά του περιβόλου, επιβεβαιώνεται και στη νότια πλευρά του λόφου. Στα τετράγωνα Α 5, Α 8, -Α 8, συγκεκριμένα, όπως και στο τετράγωνο Α 2, εμφανίζεται η επίπεδη επιφάνεια του απολαξευμένου πορώδους βράχου μέγιστου πλάτους 7μ. Ιδιαίτερης μνείας χρίζουν τα πορίσματα των εργασιών στο τετράγωνο Α 5, καθώς η διαδοχή των στρωμάτων δεν διαταράσσεται εδώ από νεότερες επεμβάσεις. Στη βόρεια πλευρά της τομής οι δόμοι της υποθεμελίωσης του περιβόλου εδράζονται στο πρώτο στρώμα της αρχαίας επίχωσης πάχους περίπου 0,15μ. που περιέχει κεραμική της γεωμετρικής και αρχαϊκής περιόδου. Ακολουθεί το δεύτερο στρώμα πάχους περίπου 0,10μ. με κεραμική προϊστορικών, πρωτογεωμετρικών και γεωμετρικών χρόνων, ενώ από το κατώτατο τρίτο στρώμα πάχους 0,60μ. περισυλλέχθηκε αποκλειστικά κεραμική πρωτοελλαδικής και μεσοελλαδικής εποχής. Στο δεύτερο στρώμα εντοπίστηκαν σποραδικά συγκεντρώσεις στάχτης και ένα χάλκινο γεωμετρικό ειδώλιο πολεμιστή, ύψους 0,10μ.
Παρόμοια είναι η εικόνα και στο τετράγωνο Α 8, κατά το μήκος της νότιας παρειάς του οποίου αποκαλύφθηκε ένας μεγάλος αριθμός αργών λίθων που ορίζει τη συνέχεια της τομής προς Ν. Στο κέντρο του τετραγώνου –Α 8 που ακολουθεί, η συγκέντρωση ατάκτως ειρημένων αργών λίθων αναμεμιγμένων με στάχτες και κονίαμα υποδηλώνει κάποια μεταγενέστερη επέμβαση στον χώρο και διατάραξη της στρωματογραφίας έως το επίπεδο της πρωτοελλαδικής κεραμικής.

ΠΙΣΩ